Πώς ο υπερπροστατευτισμός ετοιμάζει μια γενιά νέων για έναν κόσμο που δεν υπάρχει
Υπάρχει μια εικόνα από τα παιδικά μας χρόνια που σήμερα μοιάζει σχεδόν εξωτική. Στα γενέθλια ενός συμμαθητή ή ενός γείτονα, οι μητέρες μας μάς άφηναν στην αυλή ή στον χώρο που μας αναλογούσε, και οι ίδιες, πίνοντας καφέ και σχολιάζοντας τα τεκταινόμενα της γειτονιάς, μας κοιτούσαν από μακριά. Μας άφηναν να βγάλουμε τα μάτια μας. Όχι γιατί δεν νοιάζονταν. Κάθε άλλο. Ήξεραν πως έπρεπε να μάθουμε μόνοι μας να υπερασπιζόμαστε τον εαυτό μας. Μας άφηναν να βγάλουμε τα μάτια μας, να τσακωθούμε, να κλάψουμε, να συμφιλιωθούμε, να πέσουμε και να σηκωθούμε. Να μάθουμε τα όρια του εαυτού μας και των άλλων, μέσα από την ίδια την εμπειρία. Να μάθουμε να υπερασπιζόμαστε τον εαυτό και τις απόψεις μας και να σεβόμαστε αυτές των άλλων.
Σε κάθε περίπτωση, με εξαίρεση ίσως μερικές ουλές, κανείς δεν έπαθε τίποτε και κυρίως κανείς δεν θεώρησε πως του έκαναν, αυτό που σήμερα ονομάζεται «μπουλινγκ». Αποτέλεσμα αυτής της διεργασίας όμως είναι, ακόμα και σήμερα, να είμαστε όλοι φίλοι να αλληλοβοηθούμαστε και να αναπολούμε τις ωραίες εποχές που ήμασταν παιδιά, κοροϊδεύοντας και θυμόμαστε τα τότε τεκταινόμενα.
Η εικόνα αυτή ωστόσο δεν είναι απλώς ανάμνηση. Είναι ένα μοντέλο ανατροφής που σήμερα έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί.
Τι πήγε στραβά με τους γονείς που ήρθαν μετά;
Η ερώτηση δεν είναι ούτε ρητορική αλλά ούτε και εύκολη. Αγγίζει κάτι βαθύτερο από μια απλή αλλαγή συνηθειών. Αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε πλέον την ίδια την παιδική ηλικία, την ευθύνη του γονέα και, τελικά, την σχέση του ανθρώπου με την πραγματικότητα.
Σήμερα τα πράγματα είναι αλλιώς. Οι σύγχρονοι γονείς, και κυρίως οι μητέρες, έχουν αναλάβει χρέη διευθυντή προστασίας ανηλίκου και όχι παιδαγωγού, που επιτρέπει στο παιδί να μαθαίνει και να αποκτά μόνο του εμπειρίες εκ του ασφαλούς. Έχουν μετατραπεί σε έναν διαρκή προστάτη, σε διαμεσολαβητή κάθε σύγκρουσης, σε εγγυητή μιας αδιάκοπης ευημερίας.
Η πρόθεση, τις περισσότερες φορές, είναι αγνή. Ο φόβος μπροστά σε έναν κόσμο που αντιλαμβάνονται ως όλο και πιο απειλητικό, τους σπρώχνει να κλείσουν τα παιδιά τους σε ένα προστατευτικό κουκούλι, μακριά από κάθε κίνδυνο, κάθε απογοήτευση, κάθε αποτυχία.
Με υπερπροστατευτισμό και μια διαρκή επίκληση δικαιωμάτων, στο πλαίσιο μίας κουλτούρας δικαιωματισμού, όπως εκφράζονται στην καθημερινή ανατροφή, προετοιμάζουν τα σημερινά παιδιά για έναν κόσμο ουτοπικό, αγγελικά πλασμένο, που όμως δεν υπάρχει πουθενά εκεί έξω. Τους δίνουν την εντύπωση πως όλα θα είναι δίκαια, πως κανείς δεν μπορεί να τους πληγώσει, αφού δεν έχει δικαίωμα να το κάνει, αλλά κυρίως πως κάθε δυσκολία ή αποτυχία οφείλεται σε κάποιον άλλον.
Με λίγα λόγια, πως ο κόσμος θα προσαρμοστεί σε εκείνα κι όχι το αντίθετο. Αυτός ο κόσμος, όμως, δεν υπάρχει πουθενά έξω από το προστατευμένο περιβάλλον του σπιτιού. Και κάποια στιγμή αυτά τα παιδιά μοιραία έρχονται αντιμέτωπα με την ωμή πραγματικότητα, με απρόβλεπτες συνέπειες.
Το τίμημα αυτής της προσέγγισης γίνεται ορατό στην ίδια τη γενιά που μεγάλωσε μέσα σε αυτήν. Δεν είναι τυχαίο και κακώς μας κάνει εντύπωση το πόσο συχνά οι σημερινοί νέοι περιμένουν τα πάντα έτοιμα, δυσκολεύονται να διαχειριστούν την παραμικρή ματαίωση και την αποτυχία και ενίοτε δεν γνωρίζουν «ούτε τα κορδόνια τους να δέσουν», όπως έλεγαν κάποτε. Η φράση ακούγεται σκληρή, ίσως άδικη για πολλούς νέους που πραγματικά παλεύουν. Δεν παύει όμως να περιγράφει μια τάση που δύσκολα μπορεί κανείς να αγνοήσει.
Η έλλειψη εμπειρίας στην αντιμετώπιση δυσκολιών δεν είναι αθώα.
Είναι μια μορφή αναπηρίας στην προσαρμογή. Όταν ένα παιδί δεν έχει ποτέ αντιμετωπίσει την απόρριψη, την αδικία ή τη σύγκρουση σε μικρή, διαχειρίσιμη κλίμακα, η πρώτη σοβαρή δοκιμασία της ενήλικης ζωής μπορεί να μοιάζει αξεπέραστη. Ένας καθηγητής που δεν αναγνωρίζει την αξία του, ένας εργοδότης που δεν εκτιμά τις ικανότητές του, ένας φίλος που τον απογοητεύει, μια σχέση που τελειώνει — όλα αυτά δεν είναι απλώς δυσάρεστα. Γίνονται, για έναν άνθρωπο που δεν έχει μάθει να διαχειρίζεται την ήττα, υπαρξιακές κρίσεις.
Και τότε αρχίζει η αναζήτηση του υπευθύνου.
Επειδή κάποιος πρέπει να φταίει. Δεν μπορεί να φταίει το ίδιο το παιδί, αφού του μάθαμε ότι δεν φταίει ποτέ. Δεν μπορεί να φταίει η διαδικασία, αφού του μάθαμε ότι οι διαδικασίες είναι δίκαιες. Άρα φταίει κάποιος άλλος — ο δάσκαλος, ο συμμαθητής, το σύστημα, η κοινωνία. Και κάπως έτσι, η γενιά που μεγάλωσε μέσα στην υπερπροστασία καταλήγει να αναζητά διαρκώς εξωτερικούς ενόχους για εσωτερικές δυσκολίες, χωρίς να έχει ποτέ την ευκαιρία να ανακαλύψει τη δύναμη που κρύβεται στην ανάληψη ευθύνης.
Το ζήτημα δεν είναι, φυσικά, να επιστρέψουμε σε μια ρομαντικοποιημένη εκδοχή του παρελθόντος, ούτε να αφήσουμε τα παιδιά απροστάτευτα. Κανείς δεν θέλει να γυρίσουμε σε εποχές όπου η παραμέληση βαφτιζόταν αυτοδυναμία και η σκληρότητα ωριμότητα. Είναι, όμως, να αναγνωρίσουμε ότι η προστασία χωρίς όρια παράγει ευθραυστότητα, και ότι η ετοιμασία για έναν ιδανικό κόσμο αποτελεί, στην πράξη, εγκατάλειψη απέναντι στον πραγματικό. Το παιδί που προστατεύεται από τα πάντα προετοιμάζεται για έναν κόσμο που δεν θα συναντήσει ποτέ. Και όταν τον συναντήσει, θα είναι μόνο του, χωρίς τα εργαλεία που θα του είχαν δώσει οι μικρές, καθημερινές ήττες της παιδικής ηλικίας.
Η ωφέλιμη προστασία δεν συνίσταται στην εξάλειψη της δυσκολίας, αλλά στη σταδιακή εξοικείωση μαζί της, με ασφάλεια και επίβλεψη. Όπως εκείνες οι μανάδες που μας κοιτούσαν από μακριά, χωρίς να επεμβαίνουν σε κάθε σύγκρουση, έτσι και ο σημερινός γονέας καλείται να βρει τη δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στην παρουσία και στην εμπιστοσύνη. Να είναι εκεί, αλλά όχι πάνω από το παιδί. Να το αφήσει να πέσει, γνωρίζοντας ότι θα σηκωθεί. Να το αφήσει να αποτύχει, γνωρίζοντας ότι η αποτυχία είναι ο καλύτερος δάσκαλος. Να το αφήσει να τσακωθεί, γνωρίζοντας ότι έτσι θα μάθει να συμφιλιώνεται.
Η “γενιά που δεν έμαθε ποτέ να πέφτει” δεν είναι μια γενιά κατώτερη.
Είναι μια γενιά που αγαπήθηκε ίσως περισσότερο από κάθε άλλη, αλλά αγαπήθηκε με λάθος τρόπο. Και το τίμημα αυτής της αγάπης το πληρώνει τώρα, μαθαίνοντας εκ των υστέρων αυτά που θα έπρεπε να είχε μάθει παίζοντας στην αυλή, κάτω από το βλέμμα μιας μάνας που ήξερε πότε να κοιτάξει αλλού.
Διότι το πρόβλημα δεν είναι ότι τα παιδιά δεν ξέρουν να δέσουν τα κορδόνια τους. Είναι ότι, αν συνεχίσουμε έτσι, θα φτάσουν να απαιτούν την ύπαρξη κάποιου να τους τα δένει και θα απορούν γιατί δεν υπάρχει, όπως τους υποσχεθήκαμε. Και τότε θα κοιτάξουν γύρω τους, θα δουν έναν κόσμο που δεν τους χρωστάει τίποτα, και θα νιώσουν προδομένα. Όχι από τον κόσμο, αλλά από εκείνους που τους έμαθαν να τον περιμένουν διαφορετικό.
Με εκτίμηση,
Κάποιος που έμαθε να δένει τα δικά του κορδώνια… από πολύ μικρός.





