Σε μια εποχή έντονων ανακατατάξεων και κοινωνικής δοκιμασίας, η Αθήνα στρέφεται στον πολιτισμό αναζητώντας απαντήσεις και διέξοδο. Ανάμεσα στις γειτονιές που πρωταγωνιστούν σε αυτή την ιδιότυπη πολιτιστική άνοιξη, ο Βοτανικός εξελίσσεται σε έναν από τους πιο ζωντανούς καλλιτεχνικούς πυρήνες της πρωτεύουσας. Στην καρδιά αυτής της περιοχής, επί της Λεωφόρου Κωνσταντινουπόλεως 127, ο Χώρος Τέχνης Eliart αποτελεί ένα φωτεινό παράδειγμα δημιουργικής αντίστασης και ελπίδας.
Ο πολυχώρος Eliart δημιουργήθηκε από τους καλλιτέχνες Αννέτα Παπαθανασίου, Γιώργο Φρατζεσκάκη και Θανάση Ρουμελιώτη, οι οποίοι έχουν αναλάβει και την καλλιτεχνική του διαχείριση. Με πρωταρχικό κίνητρο την αγάπη για το καλό θέατρο, οι δημιουργοί του διαμόρφωσαν μια εξαιρετικά ζεστή γωνιά τέχνης, με χωρητικότητα έως 200 άτομα στην κεντρική σκηνή της. Η πρόσβαση είναι ιδιαίτερα εύκολη για το κοινό, χάρη στην κοντινή στάση του Μετρό «Κεραμεικός». Στόχος του Eliart είναι να λειτουργεί ως μια φιλόξενη στέγη για θεατρικές παραστάσεις, χορό, παιδικό θέατρο, προβολές ταινιών, παρουσιάσεις βιβλίων και ποιητικές βραδιές. Σε μια περίοδο που η απαισιοδοξία απειλεί την καθημερινότητα, οι άνθρωποι του θεάτρου Eliart θεωρούν την Τέχνη ως μια πραγματική «σανίδα σωτηρίας». Μέσα από το έργο τους, επιδιώκουν να ενώσουν τους ανθρώπους γύρω από κοινά οράματα και, παράλληλα, να επενδύσουν έμπρακτα στη νέα γενιά, δίνοντας βήμα έκφρασης σε νέους δημιουργούς.


Αυτή την περίοδο, ο χώρος ανοίγει τις πόρτες του για να φιλοξενήσει το σχήμα El Groupo Flamenco Macande. Η επιλογή αυτή φέρνει στο προσκήνιο το φλαμένκο, όχι απλώς ως ένα θεαματικό χορευτικό show, αλλά ως μια βαθιά, πρωτόγονη και ειλικρινή μορφή τέχνης. Στην πιο αγνή και αυθεντική του μορφή, το φλαμένκο βασίζεται αποκλειστικά στη φωνή (cante), χωρίς τη συνοδεία μουσικών οργάνων. Όλες οι υπόλοιπες εκφράσεις του είδους –η κιθάρα, ο χορός και τα κρουστά– αποτελούν παρακλάδια που γεννήθηκαν από το τραγούδι. Ιστορικά, το cante jondo (το βαθύ, εσωτερικό τραγούδι) με τις έντονες ανατολίτικες αποχρώσεις του, αποτελούσε πάντα «προνόμιο» των τσιγγάνων καλλιτεχνών. Η τεχνοτροπία και η ικανότητα αυτοσχεδιασμού μέσα στα όρια της παράδοσης κληρονομούνται από γενιά σε γενιά, απαιτώντας μια βιωματική επαφή με το είδος από πολύ νεαρή ηλικία.
Το φλαμένκο γεννήθηκε ως το τραγούδι των φτωχών, των κατατρεγμένων και των εξορισμένων, μακριά από αμειβόμενες σκηνές. Στα τέλη του 18ου αιώνα άρχισε να παρουσιάζεται δειλά σε τοπικές ταβέρνες με τη συνοδεία κιθάρας, ενώ γύρω στο 1850 εισήλθε στα φημισμένα café cantantes (ταβέρνες-καφέ). Εκεί, το είδος έχασε τη διογκωμένη κακή του φήμη και άρχισε να προσελκύει μορφωμένους και εύπορους θαυμαστές. Οι ερμηνευτές του, αν και παρέμεναν λαϊκής προέλευσης, εξελίχθηκαν σε επαγγελματίες, ξεφεύγοντας από τα στενά όρια των χωριών τους. Αυτή η εξέλιξη ανάγκασε τους τραγουδιστές (cantaores) να εμπλουτίσουν τις τεχνικές τους για να ικανοποιήσουν ένα διαρκώς αυξανόμενο και πιο απαιτητικό κοινό. Στο θέατρο Eliart, αυτή η αυθεντική ισπανική παράδοση ζωντανεύει κάθε Παρασκευή στις 11:30 μ.μ., προσφέροντας μια μυσταγωγική εμπειρία με εισιτήριο 15 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου ποτού).
Η παρουσία τέτοιων εκδηλώσεων καθρεφτίζει απόλυτα την ατμόσφαιρα της Αθήνας. Παρά τη βαθιά οικονομική ύφεση που ξεκίνησε το 2008, η θεατρική και καλλιτεχνική δραστηριότητα στην πόλη δεν διακόπηκε, αλλά αντίθετα γνώρισε μια εντυπωσιακή, σχεδόν πεισματική, άνθηση. Η ανάγκη των πολιτών για επικοινωνία οδήγησε στη δημιουργία δεκάδων νέων, μικρών σκηνών. Παλιά, βιομηχανικά κτίρια και ανενεργοί χώροι στον Βοτανικό, στο Γκάζι και στο Μεταξουργείο ανακαινίζονται και μετατρέπονται σε θεατρικά στέκια, μια τάση που ευνοήθηκε από τα χαμηλά ενοίκια και τη λειτουργία του Μετρό στον Κεραμεικό. Σε αυτή την Αθήνα της κρίσης, η τέχνη του θεάτρου και το παθιασμένο τραγούδι του φλαμένκο δεν αποτελούν πολυτέλεια, αλλά μια ζωτική ανάγκη των ανθρώπων να έρθουν κοντά, να μοιραστούν συναισθήματα και να αντισταθούν συλλογικά στην γκρίζα πραγματικότητα της εποχής





